Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

περί Ουτοπιών και Χαμένων Παραδείσων

Η αναπόληση
O dolce eta del Oro, ω γλυκιά χρυσή εποχή, αναφωνούσε ο ποιητής Torquato Tasso στα 1573, εκφράζοντας τον αναστεναγμό του ανθρώπου ανά τους αιώνες, όποτε το παρόν του παρουσιάζεται άδικο, αβέβαιο, σκληρό. ΄Οποτε οι αδιάκοπες μεταβολές της ύπαρξης τον ματαιώνουν. Όποτε παγιδευμένος σε ένα άδικο παρόν ονειρεύεται ένα τόπο όπου δεν υπάρχουν χρόνος και αλλαγή, ένα τόπο όπου η Άνοιξη διατηρείται αιώνια. Έναν τόπο όπως τον μακάρισαν ο Ησίοδος, ο Όμηρος, αργότερα ο Βιργίλιος. Αλλά και πιο ύστερα, με τον ίδιο τρόπο νοστάλγησαν το χαμένο παρελθόν οι Sanazzaro, Sidney, Spencer, ο Milton ή ο Tennyson νοστάλγησε τη Γη του Λωτού, εκεί «όπου πάντοτε ήταν απόγευμα» ή ο Yeats, τον τόπο «όπου η ομορφιά δεν είχε άμπωτη, η φθορά πλημμυρίδα, αλλά η χαρά ήταν σοφία και ο χρόνος ατελεύτητο τραγούδι».

Το σχήμα της αναπόλησης είναι κυκλικό: ο άνθρωπος υποφέρει τώρα ενώ κάποτε ευτυχούσε:

Κάποτε ο άνθρωπος ζούσε στο Χρυσό Αιώνα, ή στον κήπο της Εδέμ, σε μία φύση αιώνιας άνοιξης και ευτυχίας. Ώσπου, το πάθος και η απληστία να τον κυριεύσουν, να τον οδηγήσουν στην απώλεια αυτού του παραδείσου και στη δημιουργία και στην κατοίκηση της πόλης –της civis ή civitas των Λατίνων- και στον «πολιτισμό» ή «civilization». Εκεί, στην πόλη, παρ όλη την οργάνωση της κοινωνίας και της συν-εργασίας των ανθρώπων, ξανά θα εμφανιστεί η απληστία και η φιλαργυρία, που θα κάνουν  την πόλη ανθρωποφάγο και αδυσώπητη παγιδεύοντας τον ίδιο, εντός της, δυστυχή. Τότε, ο άνθρωπος, αναζητά ξανά το χαμένο παράδεισο ως Αρκαδία και την φαντάζεται ως τοπίο ιδανικό, ως τον ειδυλλιακό κόσμο της ποίησης και του έρωτα, που την τοποθετεί σε μία περιοχή της φαντασίας –το βασίλειο του Πάνα- ανάμεσα σε ένα τέλειο, αλλά απολεσθέν παρελθόν, και ένα ατελές παρόν.

Να γυρίζαμε πίσω το Χρόνο, να μπορούσαμε να ξε-κάνουμε τα λάθη μας και να ξαναζήσουμε τις στιγμές της χαμένης έκστασης: «πίσω, γύρνα πίσω, ω Χρόνε, στη φυγή σου! Κάνε με πάλι παιδί, γι’ απόψε μόνο» τραγουδούσε ο ποιητής της Βικτωριανής εποχής.

Ο Χρόνος 
Επί αιώνες οι αλχημιστές πάνω από τους αποστακτήρες τους, έψαξαν για το ελιξίριο της νεότητας, ο Φάουστ δεν δίστασε να πουλήσει την ψυχή του στον Διάβολο, σήμερα οι καλλυντικές βιομηχανίες στηρίζουν τις διαφημιστικές τους καμπάνιες στην υπόσχεση της ανάκλησης του χθες, εκφράζοντας με μοντέρνο τρόπο τη Σαιξπηρική επιταγή, δια στόματος Ριχάρδου Β΄ : «να προστάξεις το χρόνο να επιστρέψει».


Η προσδοκία
Στον αντίποδα του χαμένου παρελθόντος βρίσκεται η υπόσχεση ενός άπιαστου μέλλοντος. Θεολογίες από τη μία και κοινωνικά συστήματα από την άλλη, υπόσχονται στον άνθρωπο την αιωνιότητα της χαράς σε ένα αύριο που κάποτε θα έρθει. Οι μεν το ονομάζουν ξανά Παράδεισο, οι δε το ονομάζουν κοινωνική επανάσταση. Κάνουν τον άνθρωπο να παίρνει το μερίδιο που του αντιστοιχεί στο παρόν και να το στοιχηματίζει στο μέλλον, τον κάνουν να αντιμετωπίζει κάθε δυστυχία με την ελπίδα ότι η «ιστορία της ζωής» του τελικά, θα τελειώσει ευτυχισμένα και τον παρηγορούν δημιουργώντας του την προσδοκία για ουτοπικούς μελλοντικούς παραδείσους.

Το σχήμα της προσδοκίας είναι γραμμικό: ο άνθρωπος υποφέρει τώρα όμως θα ευτυχίσει αύριο.